Η επισήμανση των τροφίμων αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της νομοθεσίας τροφίμων. Είναι το εργαλείο που διασφαλίζει τη διαφάνεια, ενημερώνει τον καταναλωτή και εγγυάται τη σωστή επικοινωνία μεταξύ παραγωγού και αγοράς. Ωστόσο τελευταία έχει παρατηρηθεί ένα φαινόμενο που προκαλεί εύλογη ανησυχία στον κλάδο: η λανθασμένη εφαρμογή της νομοθεσίας σε φρέσκα, χειροποίητα προϊόντα μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα οποία εξισώνονται εσφαλμένα με τα πλήρως τυποποιημένα προϊόντα της βιομηχανίας.
Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει πολλούς ελεγκτικούς φορείς να ζητούν από ζαχαροπλαστεία, φούρνους και άλλες μικρές μονάδες παραγωγής να τοποθετούν αναλυτική ετικέτα συστατικών σε προϊόντα που παρασκευάζονται, συσκευάζονται πρόχειρα και διατίθενται αυθημερόν. Πρόκειται όμως για μια ερμηνεία που δεν εδράζεται στο γράμμα της νομοθεσίας – και κυρίως, δεν ευθυγραμμίζεται με το πνεύμα της.
Τι ορίζει η νομοθεσία
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1169/2011 για την παροχή πληροφοριών στους καταναλωτές ορίζει ρητά ότι οι υποχρεωτικές ενδείξεις επισήμανσης αφορούν τα «προσυσκευασμένα τρόφιμα», δηλαδή εκείνα που είναι συσκευασμένα πριν την πώληση, μέσα σε συσκευασία που καλύπτει είτε πλήρως είτε μερικώς το τρόφιμο και να μην είναι δυνατόν να τροποποιηθεί το περιεχόμενο χωρίς να ανοιχθεί ή να τροποποιηθεί η συσκευασία. Ενώ συνεχιζει με το ότι ο όρος «προσυσκευασμένο τρόφιμο» δεν καλύπτει τρόφιμα συσκευασμένα κατόπιν επιθυμίας του καταναλωτή στον τόπο πώλησης ή προσυσκευασμένα ενόψει της άμεσης πώλησής τους, και συνεπώς εμπίπτουν στην κατηγορία των μη προσυσκευασμένων προϊόντων.
Η διάκριση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει ρητά την ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ ενός φρέσκου, πρόχειρα συσκευασμένου προϊόντος για άμεση πώληση και ενός βιομηχανικού, προσυσκευασμένου προϊόντος. Η ευελιξία που παρέχει η νομοθεσία στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα αντικατοπτρίζει την πρόθεση του ευρωπαϊκού νομοθέτη να μην επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις, αναγνωρίζοντας τη φύση και την κλίμακα της παραγωγής τους. Εάν ο στόχος του νόμου ήταν να επιβληθεί ενιαία υποχρέωση σε κάθε προϊόν που φέρει οποιαδήποτε μορφή συσκευασίας, δεν θα υπήρχε καμία εξαίρεση — και το ζήτημα θα λυνόταν με μια γραμμή νομοθεσίας: «οποιοδήποτε προϊόν φέρει συσκευασία απαιτεί αναγραφή συστατικών». Το γεγονός ότι ο νομοθέτης εισαγάγει σαφή εξαίρεση αποδεικνύει τη σκόπιμη πρόβλεψη διαφοροποίησης και την ανάγκη εύλογης εφαρμογής του Κανονισμού ανάλογα με το είδος και τη φύση του προϊόντος.
Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πρόχειρη συσκευασία που τοποθετείται στα φρέσκα προϊόντα των ζαχαροπλαστείων και αρτοποιείων δεν εξυπηρετεί εμπορικό σκοπό, αλλά υγειονομική προστασία. Χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να προφυλάξει το προϊόν από επιμολύνσεις, όπως σκόνη, έντομα ή κακούς χειρισμούς από καταναλωτές. Αν τα προϊόντα αυτά παρέμεναν ακάλυπτα, η πρακτική αυτή θα ήταν υγειονομικά επιλήψιμη. Συνεπώς, η ύπαρξη μιας απλής, προστατευτικής συσκευασίας δεν μετατρέπει το προϊόν σε «προσυσκευασμένο», αλλά αποτελεί μέτρο ασφάλειας τροφίμων, σύμφωνο με τις αρχές της Ορθής Υγιεινής Πρακτικής.
Για παράδειγμα, ένα προϊόν σε ζαχαροπλαστείο που καλύπτεται με μια απλή μεμβράνη για λόγους υγιεινής θεωρείται από ορισμένους ελέγχους, εσφαλμένα, ότι απαιτεί πλήρη επισήμανση ως «προσυσκευασμένο». Την ίδια στιγμή, το ίδιο ακριβώς προϊόν, αν εκτεθεί χωρίς τη μεμβράνη στη βιτρίνα, ακριβώς δίπλα, θεωρείται νόμιμο ως «μη προσυσκευασμένο». Η αντίφαση αυτή δείχνει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα δεν είναι η ανάγκη για ενημέρωση του καταναλωτή, αλλά η λανθασμένη τυπολατρική προσέγγιση στην ερμηνεία της νομοθεσίας.
Η ελληνική νομοθεσία, επιβεβαιώνει αυτή τη διαφοροποίηση, ορίζοντας ότι στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα αρκεί η αναγραφή βασικών πληροφοριών στην πινακίδα πώλησης και η λίστα των αλλεργιογόνων χωρίς όμως να απαιτείται πλήρης κατάλογος συστατικών. Επομένως, η επιβολή αναλυτικής ετικέτας σε φρέσκα, μη προσυσκευασμένα προϊόντα, στερείται νομικής βάσης.
Η διαφορά μεταξύ μικρομεσαίας επιχείρησης και βιομηχανίας
Η ουσία του προβλήματος δεν είναι απλώς τυπική· είναι ουσιαστική. Η μικρομεσαία επιχείρηση παράγει φρέσκο προϊόν, το οποίο διατίθεται άμεσα στον καταναλωτή, χωρίς μαζική παραγωγή, αποθήκευση ή μακροχρόνια συντήρηση. Η βιομηχανία, αντίθετα, διαθέτει προϊόντα που έχουν υποστεί προσυσκευασία, διακινούνται σε εθνικά ή διεθνή δίκτυα και απαιτούν αυστηρό, τυποποιημένο σύστημα σήμανσης για λόγους ιχνηλασιμότητας.
Η εξίσωση αυτών των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων όχι μόνο αγνοεί τη λειτουργική πραγματικότητα, αλλά επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές μονάδες με κόστος, διαδικασίες και απαιτήσεις που δεν ανταποκρίνονται στο μέγεθος και τη φύση τους. Επιπλέον, δημιουργεί σύγχυση στον καταναλωτή, ο οποίος βλέπει ένα φρέσκο, χειροποίητο προϊόν να φέρει την ίδια ετικέτα με ένα εργοστασιακό, ενώ η φύση και ο τρόπος παραγωγής τους διαφέρουν ριζικά.
Η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας τροφίμων
Η νομοθεσία των τροφίμων είναι ένα πολυεπίπεδο και εξειδικευμένο πεδίο, που απαιτεί συνδυασμένη γνώση κανονισμών, υγειονομικών διατάξεων, τεχνολογίας τροφίμων και πρακτικής εφαρμογής. Δεν αρκεί η ανάγνωση ενός άρθρου μιας νομοθεσίας για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα· απαιτείται επιστημονική κατανόηση του πλαισίου.
Στην πράξη, πολλοί αγορανομικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται από προσωπικό που δεν διαθέτει εξειδίκευση στα τρόφιμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εφαρμόζονται αποσπασματικά διατάξεις, να παρανοούνται όροι όπως «προσυσκευασμένο» και «μη προσυσκευασμένο», και να επιβάλλονται πρόστιμα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της αγοράς. Τα τρόφιμα δεν είναι ένα απλό καταναλωτικό αγαθό όπως ένα ρούχο ή ένα ζευγάρι παπούτσια· είναι ζωντανά προϊόντα, με ιδιαιτερότητες που απαιτούν γνώση χημείας, μικροβιολογίας και νομοθεσίας.
Η σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας προϋποθέτει συνεννόηση μεταξύ ελεγκτικών αρχών και επιστημόνων τροφίμων, ώστε να αποφεύγονται αυθαίρετες ερμηνείες που επιβαρύνουν άδικα τις επιχειρήσεις και δεν προσφέρουν ουσιαστική προστασία στον καταναλωτή.
Προς μια ισορροπημένη προσέγγιση
Ο στόχος της νομοθεσίας δεν είναι να δυσκολέψει τη ζωή των επιχειρήσεων, αλλά να διασφαλίσει ένα δίκαιο και λειτουργικό πλαίσιο που να προστατεύει τόσο τον καταναλωτή όσο και τον επαγγελματία. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται εκπαίδευση, ενημέρωση και κοινός κώδικας ερμηνείας.
Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί οφείλουν να βασίζουν τα συμπεράσματά τους σε επιστημονικά τεκμηριωμένες ερμηνείες και να λαμβάνουν υπόψη τη φύση και την κλίμακα της κάθε επιχείρησης. Μόνο έτσι η εφαρμογή της νομοθεσίας θα παραμείνει αποτελεσματική, δίκαιη και ρεαλιστική.
Η λύση, επομένως, δεν βρίσκεται στην αυστηρότερη επιβολή κανόνων, αλλά στη σωστή κατανόηση των κανόνων που ήδη υπάρχουν. Γιατί, τελικά, η ύπαρξη ή όχι μιάς ετικέτας δεν εξασφαλίζει και την ασφάλεια των προιόντων.

